- ἀμεμφής
- ἄμεμπτοςblamelessmasc/fem nom sgἀμεμφήςmasc/fem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
αμεμφής — ἀμεμφής, ές (Α) ο άμεμπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + μεμφὴς < μέμφομαι. ΠΑΡ. αρχ. ἀμεμφία] … Dictionary of Greek
ἀμεμφῆ — ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἄμεμπτος blameless masc/fem acc sg (attic epic doric) ἀμεμφής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀμεμφής masc/fem/neut… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμεμφεῖ — ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut dat sg ἀμεμφής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀμεμφής masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμεμφεῖς — ἄμεμπτος blameless masc/fem acc pl ἄμεμπτος blameless masc/fem nom/voc pl (attic epic) ἀμεμφής masc/fem acc pl ἀμεμφής masc/fem nom/voc pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμεμφέα — ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἄμεμπτος blameless masc/fem acc sg (epic ionic) ἀμεμφής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀμεμφής masc/fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμεμφές — ἄμεμπτος blameless masc/fem voc sg ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc sg ἀμεμφής masc/fem voc sg ἀμεμφής neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αμεμφία — ἀμεμφία, η (Α) [ἀμεμφής] (διορθώνεται σε ἀμεμφεία) 1. το να είναι κανείς άμεμπτος, άψογος 2. φρ. «ἀμεμφίας χάριν», για να αποφύγει κανείς την επίπληξη … Dictionary of Greek
ιός — Νησί (108 τ. χλμ., 1.838 κάτ.) των Κυκλάδων, η Φοινίκη των αρχαίων Ελλήνων. Βρίσκεται στα Β της Σαντορίνης, μεταξύ Σαντορίνης, Αμοργού, Πάρου και Σίκινου. Έχει μήκος περίπου 18 χλμ. και μέσο πλάτος 7 χλμ. Οι ακτές του καλύπτουν 27 χλμ. Πρωτεύουσα … Dictionary of Greek
ἀμεμφοῦς — ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) ἀμεμφής masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμεμφέας — ἄμεμπτος blameless masc/fem acc pl (epic ionic) ἀμεμφής masc/fem acc pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)